ヤニス・リッツォス『 Η ΕΛΕΝΗ 』のエピローグ。
( Σώπασε. Έγειρε το κεφάλι πίσω. Ίσως κοιμήθηκε. Ο άλλος σηκώθηκε. Δεν είπε καληνύχτα. Είχε πιά σκοτεινιάσει. Καθώς βγήκε στο διάδρομο, ένιωσε τις δούλες, κολλημένες στον τοίχο, να κρυφακούν. Δε σάλεψαν διόλου. Κατέβηκε τη μέσα σκάλα σά να κατέβαινε σ' ένα βαθύ πηγάδι, έχοντας την αίσθηση πώς δε θάβρισκε την πόρτα της εξόδου ― καμμιά πόρτα. Τα δάχτυλά του, συσπασμένα, έψαχναν κιόλας για το πόμολο. Φαντάστηκε μάλιστα πώς τα χέρια του είταν δυό πουλιά που ασθμαίναν από έλλειψη αέρα, ενώ ταυτόχρονα ήξερε πώς τούτη η εικόνα δεν είταν παρά η έκφραση αυτοσυμπάθειας που αντιπαραθέτουμε συνήθως σ' έναν αόριστο φόβο. Άξαφνα ακούστηκαν φωνές επάνω. Ανάψανε τα ηλεκτρικά στη σκάλα, στο διάδρομο, στα δωμάτια. Ανέβηκε πάλι. Είταν βέβαιος τώρα. Η γυναίκα καθιστή στο κρεββάτι, με τον αγκώνα ακουμποσμένο στο τσίγκινο τραπεζάκι, με το μάγουλο στην παλάμη. Οι υπηρέτριες έμπαιναν, έβγαιναν, θορυβούσαν. Κάποιος τηλεφωνούσε στο διάδρομο. Κατάφτασαν κ' οι γειτόνισσες. ≪ Άχ, άχ ≫, κάναν, και κάτι κρύβαν κάτω απ' τα φουστάνια τους. Και πάλι το τηλέφωνο. Ανέβαιναν κιόλας οι αστυφύλακες. Διώξαν τις δούλες και τις γειτόνισσες. Εκείνες πρόφτασαν κι αρπάξαν τα κλουβιά με τα καναρίνα, κάτι γλάστρες μ' έξωτικά φυτά, ένα τρανζίστορ, κάποια ηλεκτρική θερμάστρα. Η μιά κρατούσε ένα μεγάλο χρυσό κάδρο. Βάλαν τη νεκρή σ' ένα φορείο. Ο επικεφαλής σφράγισε το σπίτι ― ≪ ώς να βρεθούν οι κληρονόμοι ≫, είπε, ― άν και ήξερε πώς κληρονόμοι δεν υπάρχουν. Θάμενε έτσι σφραγισμένο το σπίτι σαράντα μέρες, κ' ύστερα τα υπάρχοντά του ― όσα γλυτώσαν ― θα βγαίνανε στον πλειστηριασμό πρός όφελος του δημοσίου. ≪ Για το Νεκροτομείο ≫, είπε στον οδηγό. Το σκεπασμένο αυτοκίνητο ξεμάκρ νε. Μεμιάς εξαφανίστηκαν όλα. Απόλυτη σιωπή. Αυτός μόνος. /Στράφηκε και κοίταξε. Είχε βγεί το φεγγάρι. Φωτίζονταν αχνά τα αγάλματα του κήπου ― τα αγάλματά της, μόνα, δίπλα στα δέντρα, έξω απ' το σφραγισμένο σπίτι. Κ' ένα ήσυχο, παραπλανητικό φεγγάρι. Που θα πήγαινε τώρα; )
( 彼女は押し黙っていた。頭を後ろに擡げていた。たぶん、眠っていたのだろう。もう一人の男は立っていた。晩の挨拶は言わなかった。もう暗くなっていた。その男が廊下に出ると、女中たちに気がついた。女中たちは、盗み聞きしようと壁に張り付いていた。全く身動ぎもしなかった。 男は階段を降りた、深い井戸を降りるように。出口の扉はない、一つもない、と言う感じを抱きながら。男の指はもう、巻き付くようにして、ドアノブを探していた。男の手は二羽の鳥であり、それは、空気が薄くて喘いでいるかのように思い描いている。また同時に、その絵は、いつも漠然とした不安と並び置かれる自身の婚姻関係の表現以外ではないと言うことも知っている。突然に上で何人かの声が聞こえた。階段、廊下、部屋の電燈が灯った。男は再び階上に登った。それは、今のこと。女は寝台に座っていた。錫の小卓に肘を持たせ掛けて、頬を掌に載せて。女中たちが入っては出て行き、騒がしくしていた。廊下で誰だかが電話を掛けていた。近所の女達が遣って来た。「ああ、ああ、」と言い、スカートの下に何かを隠した。そして、また、電話。早くも、巡査達が上がって来た。巡査達は女中ら近所の女らを逮捕した。女達は、カナリアを入れた鳥籠、異国風の植物が植わった植木鉢、トランジスタ・ラジオ、電気ストーブを、先を争って奪い合っていた。一人が大きな金の額縁を抱えていた。担架に一体の女性の遺体を載せた。巡査長が家を封鎖した。「相続人達が見つかるまでだ。」と言った。巡査長は相続人がいないのを知っていたのに。それから、家は四十日間埋められ密封された。それから後、財産は、― すべて救い出されて ― 公共の利益の為に競売に出されるだろう。「遺体解剖室に」巡査長は運転手に言った。多いを掛けられた自動車が遠くに置かれていた。全てが一度に姿を消した。完全な沈黙。男は一人だけになった。振り返って凝視していた。月が出ていた。庭の彫像を青白く照らしていた。 ― 彼女の彫像、それが一つだけ、閉鎖された家の外、樹の側にある。静寂。錯覚を起こさせる様な月。これから、男は何所へ行くのだろうか。)
posted by kyotakaba at 08:09|
Comment(0)
|
Η ΕΛΕΝΗ
|

|